Παράθυρο στο παρελθόν

Παράθυρο στο παρελθόν

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009

Kεφ ΧΧΧ Η επίσκεψη της Ελένης


Με όλες αυτές τις σκέψεις να πλημμυρίζουν το μυαλό μου, δρασκέλισα τα τελευταία σκαλοπάτια που οδηγούν

στο κάτω διάζωμα. Ακολούθησα τον μακρύ διάδρομο που έβγαζε στην εξωτερική στοά του δυτικού αναχώματος, όταν ξαφνικά άκουσα μέσα από ένα ανοικτό παράθυρο της οροφής δυνατές φωνές και οχλοβοή στο προαύλιο χώρο της δυτικής πύλης. Πρέπει να ήταν οι ακαθόριστοι θόρυβοι που από το πρωί ακούγονταν σ ολόκληρη την πτέρυγα του κελιού μου, που έστεκε σκαρφαλωμένο πάνω στον απόκρημνο βράχο της ανατολικής πλευράς του νησιού. Εκεί, το βογκητό από τα κύματα που πάλευαν με την ανατομική ιδιαιτερότητα αυτού του τμήματος του νησιού και τα κρωξίματα που έβγαζαν τα γλαροπούλια όταν καβαλούσαν τις ριψοκίνδυνες ριπές του ανέμου, σκέπαζαν κάθε θόρυβο και ήχο. Τώρα όμως καθώς ήμουν μακριά από αυτό το μονότονο ηχητικό μοτίβο, μπορούσα να διακρίνω καλύτερα και να αντιληφτώ περισσότερα. Κοντοστάθηκα και αρκέστηκα στο να αφουγκράζομαι, μιας και από κει που βρισκόμουν δεν μπορούσα να έχω την παραμικρή οπτική μαρτυρία των όσων γίνονταν εκεί έξω. Υπολόγισα πως βρίσκονταν συγκεντρωμένοι καμιά δεκαπενταριά νοματαίοι που φώναζαν ακατάληπτα και μπερδεμένα συνθήματα. Κάπου-κάπου δοκίμαζαν να τραγουδήσουν, χωρίς μεγάλη επιτυχία, στο ρυθμό που επέβαλαν κάνα δυο, ανεπαρκώς συντονισμένα, μεγάφωνα. Δεν είχα άλλο χρόνο στην διάθεση μου για περισσότερη ανάλυση και συνέχισα τον δρόμο μου φορτωμένος ερωτηματικά και περιέργεια.
Δυο βήματα πιο πέρα διέκρινα την γνώριμη φιγούρα που κάποτε κυριαρχούσε ολοκληρωτικά πάνω στο θυμοειδές και το επιθυμητικό της ύπαρξης μου. Η Ελένη κάθονταν πίσω από το πρώτο τραπέζι της άδειας αίθουσας του επισκεπτηρίου. Δεν είχα ξαναπατήσει το πόδι μου σε αυτό το μέρος. Πως θα μπορούσα άλλωστε αφού
δεν είχα δεχτεί νωρίτερα επίσκέψη από κανέναν. Η ελευθερία κινήσεων που είχα εξασφαλίσει από τις συνωμοτικές μου δραστηριότητες, επέτρεψαν αυτή την πρωτιά να την απολαύσω ξεχωριστά και ιδιαίτερα. Προχώρησα προσποιητά σταθερά και αδιάφορα με τρόπο που όμως τελικά πρόδωσε την αναμφισβήτητη ταραχή μου. Ξεπερνώντας την αρχική σαστιμάρα, κάθισα απέναντι της και παίρνοντας αναπάντεχα θάρρος κοίταξα ίσια, παλεύοντας να πιάσω το βλέμμα της. Ένοιωσα το φως από το βάθος της ψυχής της να με πλημμυρίζει, για ένα απειροελάχιστο κλάσμα του χρόνου και αμέσως μετά οι σκόρπιες ρυτίδες γύρω από τα δυο αναμμένα κάρβουνα πλήθυναν με ταχύτητα πνίγοντας το. Φρόντισα να κρυφτώ πίσω από ένα αμήχανο χαμόγελο και αμέσως μετά, όλα επέστρεψαν στην λογική και το πρωτόκολλο της συνδιαλλαγής δυο καθημερινών ανθρώπων:
-Καλησπέρα
-Καλησπέρα
-Τι σε έφερε ως εδώ πέρα; Συμβαίνει κάτι με τα παιδιά;
Το τελευταίο ήταν προσχηματικό αντανακλαστικό και η ανησυχία προκάλυμμα αφού πολλές φορές είχα αποδείξει πως δεν μου καίγονταν καρφί για το μοναδικό κοινό σημείο που μπορεί ακόμη να μας συνέδεε.
-Μην ανησυχείς δεν κρύβει κάτι κακό η παρουσία μου. Αντίθετα, φέρνω καλά νέα για σένα!

Σκίρτησα για μια στιγμή, αφού κατάφερε να φτάσει εκεί που το μυαλό μου συνηθίζει να καταχωνιάζει ευχάριστες αναμνήσεις και προσδοκίες. Μα φευ, η συνέχεια ήταν τραγικά αντίθετη με τις προσδοκίες μου αφού..
-Αλήθεια; Τι εννοείς;
-Θα άκουσες πως έχει προγραμματισθεί να σας επισκεφτεί ο υπουργός.
-Ο υπουργός;
Συνέχισε αδιαφορώντας για την απορία μου.
-Καλά δεν ακούς τις φωνές έξω;
-……..

Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους μου. Αυτό μάλλον την αιφνιδίασε, μιας και δεν το περίμενε. Ποτέ δεν της άρεσε να την αιφνιδιάζουν, πόσο μάλιστα που τώρα είχε το πρώτο χέρι. Έσμιξε τα φρύδια της και συνέχισε με τρόπο που πρόδιδε πως όλα όσα είχε να πει θα τα έλεγε όσο πιο γρήγορα γινόταν χωρίς διακοπές και ότι δεν θα περνούσε σε περαιτέρω επεξηγήσεις.

-Σε παρακαλώ άκουσε με προσεκτικά. Εδώ και μερικούς μήνες στους κόλπους της οργάνωσης μου, έχει αναπτυχθεί μια αξιοσημείωτη δυναμική κίνηση. Τα μάτια της φωτίσθηκαν για μια στιγμή και συνέχισε.
-Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη και επιστημονικά σχεδιασμένη προσπάθεια, με στόχο την δημιουργία ενός προγράμματος επανένταξης, ατόμων καταδικασμένων για σοβαρά αδικήματα....

-Για σιγά, την διέκοψα. Μην μου λες κουβέντες και έννοιες που ναρκισσιστικά αναμασάτε όταν βρίσκεσαι με τους όμοιους σου. Τι θες να πεις δηλαδή; Πως δεν θα υπάρχουν φυλακισμένοι;

-Μην ισοπεδώνεις τα πάντα. Δεν είμαι ουτοπίστρια. Θέλουμε απλά να δείξουμε πως το σημερινό σωφρονιστικό σύστημα είναι ξεπερασμένο και ακατάλληλο.

-Ε και λοιπόν;

-Οι φυλακισμένοι πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν υποκείμενα θεραπείας και μόνο. Πρέπει να σταματήσει η υποκρισία που "θάβουμε" ψυχές και συνειδήσεις για να μπορούν να έχουν το άλλοθι οι πραγματικοί ένοχοι να τριγυρίζουν ελεύθερα.

-Σε αυτό συμφωνώ, μα πες μου πως είδαν οι αρχηγοί σας το όλο εγχείρημα; Πως αντέδρασαν;

Η λέξη "αρχηγοί" την χάλασε κάπως, μα συνέχισε τοποθετώντας τις δικές της φραστικές συντεταγμένες.

- Η κεντρική ολομέλεια στην αρχή αντέδρασε θεωρώντας ότι κυνηγάμε χίμαιρες και ότι διακινδυνεύουμε την ενότητα της ομάδας. Εμείς όμως παρουσιάσαμε λεπτομερή μελέτη του εγχειρήματος και αφού το στηρίξαμε σε μια σειρά ατράνταχτα επιχειρήματα τελικά το Προεδρείο συναίνεσε πλήρως.

Η πρώτη μας έννοια, ήταν να βρούμε από πού θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε. Έπρεπε να επιλέξουμε μια φυλακή, ένα σημείο αναφοράς που να συγκεντρώνει τις περισσότερες προδιαγραφές και τα προαπαιτούμενα που είχαμε θέσει ευθύς εξ αρχής.
-Και που θα μπορούσατε να βρείτε ένα τέτοιο μέρος; Ρώτησα με προσποιητή αφέλεια.
-Ο «Βράχος», το ξέρεις βέβαια καλά αυτό, είναι η «απόλυτη» φυλακή. Είναι ένα μέρος προορισμένο για τέτοια κατηγορία φυλακισμένων. Έτσι δεν δυσκολευτήκαμε να τον διαλέξουμε σαν σημείο αναφοράς. Ξεκινήσαμε λοιπόν να πιέζουμε την κυβέρνηση να δεχτεί τα αιτήματα μας:
Λευτεριά στους κρατουμένους και απόλυση τους υπό όρους, σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο πλάνο και διαδικασία.
-Σαν σύνθημα ακούγεται αυτό. Εμάς μας ρώτησε κανείς; Είπαμε εμείς την γνώμη μας;

Με κοίταξε παραξενεμένη.
-Μπα από πότε αποκτήσατε επιλογές; Θέλεις δηλαδή να το διαπραγματευτούμε; Αν θες έχε τις αντιρρήσεις σου αλλά σε συμβουλεύω μην τις διατυπώσεις ποτέ μπροστά στο βιαστή του απέναντι κελιού ή τον επί μισθώσει δολοφόνο που βρίσκεται πιθανά στο ίδιο κελί με σένα.
Είχε πραγματικά δίκιο και δεν μου έμεινε άλλο παρά να κουνήσω συγκαταβατικά το κεφάλι μου.
-Συνέχισε, λοιπόν.
-Για να γίνω πιο συγκεκριμένη θέλουμε να φτιάξουμε κάτι σαν «πάρκο» από οικισμούς, με διακριτά επίπεδα αυτονομίας και ανεξαρτησίας. Οι κορυφαίοι οικισμοί θα είναι τόσο ανοικτοί και ελεύθεροι που δεν θα ξεχωρίζουν καθόλου από τον έξω κόσμο. Η θέση που θα έχει το κάθε μέλος μέσα στο «πάρκο», ο οικισμός δηλαδή στον οποίο θα ενταχθεί, εξαρτάται από το ιστορικό του και την κινητικότητα, θετική φυσικά, που θα επιδείξει.
-Μια καινούργια «Αυστραλία» δηλαδή.
-Όχι φυσικά. Η Αυστραλία αποτέλεσε την αποθήκη του δυτικού κόσμου. Χωρίς μελέτη, χωρίς προοπτική. Εσείς θα έχετε επιστημονική επιτήρηση……


-Να και ο Μεγάλος «Αδελφός».
-……και βοήθεια. Θα έχετε την δυνατότητα να σπουδάσετε, να ανοίξετε επιχειρήσεις, να αρχίσετε από την αρχή σε γερές βάσεις.

-Και καλά εμένα με πείθεις. Πως θα πείσεις τον μανιακό δολοφόνο, τον ψυχοπαθή, τον πρεζάκια έμπορο ναρκωτικών, να αλλάξει αφού το πιθανότερο η συμπεριφορά του να είναι γραμμένη στο DNA του;

-Το γνωρίζω… ,δηλαδή το γνωρίζουμε και έχουμε έτοιμες λύσεις και δοκιμασμένα πρωτόκολλα θεραπείας.

-Σας τελείωσαν δηλαδή τα ποντίκια, ε; Είπα με ειρωνική διάθεση.

. Μην πάει το μυαλό σου σε λοβοτομές και ψυχότροπες καταστολές. Πάντως το πώς θα το πετύχουμε είναι κάτι που δεν σε αφορά αφού δεν μπορείς να καταλάβεις.

-Και πως ή ακόμη περισσότερο ποιος θα καθορίσει ποια πρέπει να είναι η αναμενόμενη, η πρέπουσα δηλαδή συμπεριφορά; Τι μπορεί να είναι τόσο επικίνδυνο ώστε να επιβουλεύεται τη σταθερότητα του κοινωνικού κατεστημένου; Δεν είναι επικίνδυνα ντετερμινιστικό να τυποποιούμε ανθρώπινες συμπεριφορές; Δεν νομίζεις πως δίνετε ένα ισχυρό «άλλοθι» σε κάθε μορφή εξουσίας να ελέγχει ανεμπόδιστα την ανθρώπινη διαφορετικότητα και να καταστέλλει χωρίς αντιδράσεις την ελευθερία του να είσαι ο εαυτός σου, όσο καταστροφικό και να αποβαίνει αυτό για το κοινωνικό σύνολο; Θυμάσαι το λόγο που μπήκες φυλακή τότε. Ξέρεις, τότε που γνωρισθήκαμε. Πως θα σου φαινόταν αν προσπαθούσαν να σε «πείσουν» πως δεν είναι φυσιολογικό να παίρνεις μέρος σε αντιπολεμικά συλλαλητήρια;

Βροχή οι ερωτήσεις μα όπως το περίμενα η Ελένη είχε, όπως πάντα, έτοιμες απαντήσεις.

-Γνωρίζω τα προβλήματα που αναφέρεις, μα πρέπει να σου πως δεν έχουμε σκοπό να κάνουμε επικίνδυνες γενικεύσεις. Σκοπεύουμε να περιορισθούμε σε μορφές αποκλίνουσας συμπεριφοράς που προσδιορίζονται με ακρίβεια και σαφήνεια. Για να καταλάβεις μιλάμε για υλικό τέτοιο σαν αυτό που βρίσκεται εδώ, στο «Βράχο». Έχουμε με λίγα λόγια να κάνουμε μόνο με φυλακισμένους του κοινού ποινικού εγκλήματος. Δεν υπάρχει ιδεολογική δομή και οργάνωση τέτοια, στα όρια της κοινής λογικής βέβαια, που να μην βλέπει όσους διαπράττουν τέτοιας μορφής αδικήματα, εμπόδιο στην κοινωνική σταθερότητα και ανάπτυξη.

Περιφρόνηση έκρυβαν τα τελευταία λόγια και ήταν το λιγότερο που χρειαζόταν για να μου υπενθυμίσουν ότι υπάρχουν δυο ειδών φυλακισμένοι: Αυτοί που τους συνοδεύει η αποδοκιμασία της κόσμου και αυτοί που ο εγκλεισμός τους αποτελεί απόδειξη καταξίωσης για τους αγώνες τους. Ήξερα πως το τελευταίο που μου πέταξε, το κάνε περισσότερο για να με μειώσει παρά για να τονίσει τις διαφορές ανάμεσα σε μένα και σε κείνη.

-Πως άλλαξες έτσι βρε Ελένη. Που βρίσκετε η ευθύτητα της κρίσης σου; Πως ονομάζεις περιθώριο, ανθρώπους σαν τον Γιάννη Αγιάννη ή ακόμη και σαν την «Φόνισσα» που γέννησε η πένα του Παπαδιαμάντη; Πόσοι άνθρωποι δεν αναγκάσθηκαν να παρανομήσουν παρορμούμενοι από ένστικτα όπως η πείνα, η αίσθηση της αδικίας ή ακόμη και κάποιος φλογερός έρωτας;

.-Μα αυτούς ακριβώς θέλουμε να προστατεύσουμε. Αυτούς που βασανισμένοι από τύψεις εξαργυρώνουν λύτρωση και μετάνοια με το να κτίζουν τοίχους και κάγκελα γύρω από το τυραννισμένο τους μυαλό.

Και όσοι δεν βρήκαν το κουράγιο, δεν τόλμησαν ή ακόμη περισσότερο δεν θέλησαν να τολμήσουν;

-Υπάρχει η επιστημονική βοήθεια, εννοείται αν και μόνο αν οι ίδιοι το θελήσουν.

-Κι αν αρνηθούν;

-Δικό τους πρόβλημα. Εμείς θέλουμε να φτιάξουμε κάτι σαν το «Νησί» του Χάξλευ….

-Η σαν τον «Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο» θα τολμούσα να πω.

-Όχι, ποτέ αυτό. Οι ιδιαιτερότητες είναι και παραμένουν σεβαστές. Δεν δημιουργούμε αυτοτελείς ομάδες μέσα στην στο σύνολο της κοινωνίας. Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια κρησάρα, ένα φίλτρο δηλαδή που δεν θα απομονώνει αλλά θα προσαρμόζει!

-Και η κυβέρνηση τι λέει; Μη μου πεις πως δέχτηκε.

-Μα φυσικά και δέχτηκε. Η πολιτεία έψαχνε από καιρό κάποια αφορμή από τη μια να περικόψει δαπάνες και από την άλλη να δείξει ένα περισσότερο αντιαυταρχικό πρόσωπο και έτσι βρήκε στην πρόταση μας ενδιαφέρουσα. Βλέπεις, εκλογές πλησιάζουν και οι ψήφοι των νέων ψηφοφόρων είναι το ζητούμενο. Αν συνυπολογίσεις και την κατάσταση των φυλακών, που καθώς είναι μεσαιωνικής κατασκευής βρίσκονται συνεχώς στις διεκδικήσεις του Αρχαιολογικού, υπάρχει άμεση ανάγκη για μεταφορά σας αλλού.

Την κοιτούσα και προσπαθούσα να συγκρίνω κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της με κείνη την εικόνα που πριν από χρόνια ήταν η κατάληξη της κάθε επιθυμίας, σκέψης και ελπίδας μου.

Τίποτε δεν έδειχνε, παρά μόνο κάποιες απρόσκλητες ρυτίδες, κάτι το διαφορετικό από αυτό που ήξερα και αγαπούσα. Υπήρχε όμως κάτι το απόμακρο σε αυτή την εικόνα, κάτι το διαφορετικό που με έθλιβε. Όση ώρα την παρατηρούσα εκείνη μιλούσε ασταμάτητα. Έτσι παρά τις αρχικές της προθέσεις, έλεγε πολλές φορές τα ίδια πράγματα. Ίσως ήθελε να μου δώσει χρόνο για την «εξερεύνηση» που προσπαθούσα να πετύχω εδώ και μερικά λεπτά πάνω στο πρόσωπο της. Ένοιωσα όπως τότε που ξέραμε να μιλάμε χωρίς να χρειάζεται να αρθρώσουμε την παραμικρή λέξη. Η «κουβέντα» όμως αυτή δεν γίνονταν όπως την κάναμε παλιά. Τώρα απλά ήθελε να με αφήσει να αισθανθώ την άρνηση και την απόρριψη χωρίς να χρειασθεί να αναλωθεί σε περιττές κουβέντες.

-Και τα χρήματα πως θα βρεθούν; Ανέφερες πως η κυβέρνηση βολευόταν με μια τέτοια κίνηση, με την προοπτική να αποφύγει το οικονομικό κόστος της συντήρησης του «Βράχου». Τι θα την έσπρωχνε να κλείσει μια τρύπα στον ισολογισμό της, ανοίγοντας μια μεγαλύτερη;

Φάνηκε προετοιμασμένη και για αυτήν την ερώτηση αλλά ήθελε να την αποφύγει. Πήρε ανάσα και συνέχισε.

-Υπάρχει ένας όμιλος από φαρμακευτικές εταιρείες που μας διαβεβαίωσε πως θα επιχορηγήσει πλήρως το συνολικό εγχείρημα και..

-Α! Τώρα κατάλαβα. Εκεί στοχεύουν τα «όνειρα» σας. Να δοκιμάζετε φάρμακα σε ανθρώπους. Οι «επιστήμονες» θα ικανοποιούν την ερευνητική τους ματαιοδοξία, οι φαρμακέμποροι θα αυξήσουν τα έσοδα τους, εσείς να δρέψετε δάφνες και εμείς θα καταλήξουμε στην χωματερή των αχρείαστων πειραματόζωων.

-Δεν είναι όπως τα βλέπεις. Εχ…

-Είναι και παραείναι. Την διέκοψα απότομα και συνέχισα τον χείμαρρο που ξεχύθηκε από την ένταση των συνειρμών που προκάλεσαν οι κουβέντες της.

-Μα πως καταντήσατε, εσείς οι αντάρτες των πόλεων, οι σύγχρονοι Ρομπέν των Δασών, οι ιδεαλιστές; Να γίνετε σερβιτόροι του Κεφαλαίου. Που είναι τα ιδανικά που γέμιζαν τα μυαλά και τα στομάχια σας, που…

Έσκυψε ελαφρά το κεφάλι με τρόπο που πότε δεν μου είχε δείξει. Συνήλθε όμως αμέσως και με έκοψε απότομα.

-Δεν έχεις το παραμικρό δικαίωμα να κρίνεις την οργάνωση μου, όπως και εγώ ποτέ δεν έκρινα την ζωή σου. Δεν στο επιτρέπω.

Είχε δίκιο, το παράκανα. Πήρα ένα πιο συγκαταβατικό ύφος και όταν κατάλαβα πως το δέχτηκε θετικά συνέχισα.

-Καλά, καλά έχεις δίκιο, αλλά με τυραννάει μια ακόμη απορία. Τι στην ευχή θέλετε ανάμεσα στους «καρχαρίες». Αυτοί ποτέ δεν δίνουν …. ψίχουλο αν δεν υπάρχει λόγος. Γιατί σας χρειάζονται; Α! κατάλαβα και να με συγχωρείς, θέλουν να έχουν «βιτρίνα», θέλουν άλλοθι, ενθουσιασμό και έπαρση.

Όλες οι λέξεις από το σταυρόλεξο είχαν βρει την θέση τους. Όλες εκτός από αυτήν, την τελευταία: " Που κολλάει η Ελένη σε όλα αυτά; Γιατί ήρθε ως εδώ;" και κείνη κατάλαβε πως ήρθε η συγκεκριμένη στιγμή να ολοκληρώσει την εικόνα, να αποκαλύψει αυτό που την ανάγκασε να ‘ρθει μέχρι εδώ.

-Έχουμε λόγους που θέλουμε να συμμετέχουμε ενεργά στο όλο εγχείρημα, όχι απλά επειδή εμείς το προτείναμε αλλά περισσότερο επειδή θέλαμε να έχουμε τον πρώτο λόγο στην υλοποίηση της ισόβιας «υιοθεσίας»…

- Της ισόβιας «υιοθεσίας»; επανέλαβα ερωτηματικά.

- Ναι. Κάθε κρατούμενος θα πρέπει να «υιοθετηθεί» με την έννοια πως θα υπάρχει υπεύθυνος, επιλεγμένος από τα μέλη της οργάνωσης μου, για την παρακολούθηση και αξιολόγηση του προστατευόμενου του…

-Δηλαδή θα με υιοθετήσεις; πετάχτηκα με μια ανάμικτη διάθεση ειρωνείας και προσδοκίας.

-…….

-Γιατί δεν απαντάς;

-Ναι, αποφάσισα να σε υιοθετήσω. Είπε διστακτικά.

-Άρα.....

-Άρα τίποτε.

-Ε τότε πως;

-Ας είναι καλά η κόρη σου.

Η Ευρυδίκη. Αλήθεια πόσο με πόνεσε αυτό το τελευταίο. Η κόρη μου. Που δεν της αφιέρωσα ούτε ένα δευτερόλεπτο σκέψης όλα αυτά τα χρόνια. Με αγαπάει παρόλη την απόρριψη που την γέμισα.

- Εννοείς πως η Ευρυδίκη σε έπεισε να έρθεις ως εδώ. Πως σου ζήτησε να με αναλάβεις;

- Έτσι ακριβώς. Αλήθεια ξέρεις πόσο χρονών είναι σήμερα η κόρη σου; Τι κάνει, πως πορεύεται; Έχεις συνειδητοποιήσει το πόσο σκληρά της φέρθηκες εκείνη την περίοδο;

Το πόσο χρονών είναι σήμερα εύκολα μπορούσα να το καταλάβω, ακόμη και στο επίπεδο των «πληγωμένων» από τις χαρακιές τοίχων του κελιού μου. Το πόσο σκληρά της φέρθηκα εκείνη την εποχή, δεν ήξερα πως θα μπορούσα να μετρήσω.

Εκείνη η περίοδος, ήταν τότε που γύρναγα τα δικαστήριο σε δικαστήριο αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες του ξεπεσμού μου. Ήταν τότε που ο χωρισμός μου με την Ελένη έφερε πίσω τον εφιάλτη, το κομμάτι δηλαδή του εαυτού μου που κράταγα καλά κλεισμένο για όσο καιρό μου έδινε κουράγιο και δύναμη η αγάπη της. Κι όταν στέρεψε και το τελευταίο απόθεμα από την μαγεία, έχασα κάθε διάθεση να περιορίζω τον πραγματικό μου εαυτό. Σε όλη αυτή την κατρακύλα μοναδική φιγούρα να με παρακολουθεί, εκτός από αυτές των περιέργων, ήταν η κόρη μου, η Ευρυδίκη. Δεν άντεχα να την βλέπω να στέκεται έτσι ακίνητη, καταρρακωμένη ανάμεσα σε όλο εκείνο το βουερό σμάρι από πολυπράγμονες δικηγόρους, κατήγορους, ηθικολόγους φιγουρατζήδες. Με το δικό μου τον παράξενο και ακατανόητο τρόπο, της έδωσα μια σπρωξιά ακόμη παρακάτω. Απαίτησα να εξαφανισθεί από τη ζωή μου. Της είπα ακόμη, πως δεν είναι ικανή να μου συμπαραστέκεται, πως δεν το αξίζει! Νόμιζα πως αν τιμωρούσα εκείνο το ανυπεράσπιστο πλασματάκι που έστεκε σαν χαμένο μπρος στην οργή μου θα μπορούσα να πληγώσω αυτή που έφταιγε για την κατάντια μου. Έφυγε με λυγμούς και από τότε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης φρόντισε να γεμίσει το κενό που άφησε στην καρδιά μου η απουσία της και η συμπεριφορά μου.

- Η Ευρυδίκη μου, ξανάπα πνικτά.

Δεν μπορούσα να ακούσω τι είπε η Ελένη στην συνέχεια, ή το πιθανότερο ήταν να μην είπε κουβέντα . Μια σιωπή που κράτησε όσο χρειάσθηκε να ξαναρχίσει η καρδιά μου να κτυπά και τα πνευμόνια μου να ανασάνουν. Μια ολόκληρη αιωνιότητα. Σηκώθηκα αργά και χωρίς να πω την παραμικρή λέξη σκυφτός κατευθύνθηκα στην έξοδο. Ένοιωθα το βλέμμα της πάνω μου γεμάτο ερωτηματικά. Όμως, ούτε αυτή κατάφερε να αρθρώσει λέξη. Η συζήτηση ξεκίνησε με μια ελπίδα και κατέληξε σε μια αποδοκιμασία και μια μαχαιριά στην καρδιά. Άκουσα τον δεσμοφύλακα να της ζητάει να τον ακολουθήσει και λίγο πριν ξεκινήσω να ανεβαίνω τα σκαλιά που οδηγούν στην πτέρυγα μου, άκουσα την βαρεία πόρτα της φυλακής να κλείνει με θόρυβο. Οι φωνές και τα τραγούδια είχαν σταματήσει. Το μόνο που ακούγονταν αδύναμα ήταν το ασταμάτητο βουητό των κυμάτων που έσκαγαν στα πόδια του κελιού μου. Ήταν σαν μακρινό κάλεσμα για κει που ανήκα και έπρεπε να επιστρέψω. Συνειδητοποίησα πως το προνόμιο να κυκλοφορώ ελεύθερα έληγε σύντομα και τάχυνα το βήμα μου να φτάσω εκεί που οι αναμνήσεις δεν μπορούσαν να με ξετρυπώσουν. Ένοιωσα ένα περίσσευμα από χρόνια να βαραίνει την πλάτη μου, όταν αισθάνθηκα την γνώριμη μυρουδιά του κελιού μου. Πέρασα το καγκελωτό διάφραγμα χωρίς να πω κουβέντα και μαζεύτηκα στο κρεβάτι μου προσπαθώντας να διώξω την παγομάρα που γέμιζε το κορμί μου. Ο Μορφέας που επιδεικτικά με αγνοούσε τον τελευταίο καιρό, ήρθε σα λύτρωση στο ταραγμένο συνειδητό μου. Βυθίσθηκα σχεδόν αμέσως σε έναν βαθύ ύπνο γεμάτο όνειρα και εφιάλτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: